γυαλόχαρτο


γυαλόχαρτο
[гьялохарто] ουσ. о. наждачная бумага,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γυαλόχαρτο" в других словарях:

  • γυαλόχαρτο — το σκληρό χαρτί με το οποίο λειαίνουν και γυαλίζουν επιφάνειες, ιδίως ξύλινες, το σμυριδόχαρτο: Έτριψε τις καρέκλες με γυαλόχαρτο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γυαλόχαρτο — και γιαλόχαρτο, το χαρτί με λεπτότατα θρύμματα γυαλιού στη μια επιφάνεια για λείανση διαφόρων επιφανειών. [ΕΤΥΜΟΛ. < γυαλί + χαρτί. Απόδοση στα Ελληνικά ξεν. όρου (πρβλ. γαλλ. papier de verre)] …   Dictionary of Greek

  • γιαλόχαρτο — το βλ. γυαλόχαρτο …   Dictionary of Greek

  • γλυπτική — Σήμερα ονομάζεται γενικά γ., η τέχνη της δημιουργίας ανάγλυφων και oλόγλυφων μορφών. Ο όρος όμως περικλείει δύο ουσιαστικά αντίθετες έννοιες· την καθαυτό γ., εκείνη που, όπως έλεγε ο Μιχαήλ Άγγελος, «προχωρεί με αφαιρέσεις του περιττού υλικού… …   Dictionary of Greek

  • καρχαρίας — Κοινή ονομασία διαφόρων σελαχίων ψαριών της τάξης των σκουαλιμόρφων (σελαχοειδή πλαγιόστομα). Τα ψάρια αυτά χαρακτηρίζονται κυρίως από το κοντό ρύγχος, το πολύ μακρύ και λεπτό σώμα, την απουσία εδραίου πτερυγίου, την παρουσία 5 6 βραγχιακών… …   Dictionary of Greek

  • κόκκος — ο (AM κόκκος) 1. πολύ μικρού μεγέθους καρπός που συνήθως μαζί με άλλους αποτελεί τον κυρίως καρπό, όπως τού σιταριού, τής ροδιάς, τής παπαρούνας κ.ά. φυτών, σπυρί («τοσοῡτο πλῆθος γενέσθαι, ὅσοι ἐν τῇ ῥοιῇ κόκκοι», Ηροδ.) 2. μτφ. ελάχιστη… …   Dictionary of Greek

  • τρίβω — ΝΜΑ 1. σύρω επανειλημμένως ένα σώμα πάνω σε άλλο συμπιέζοντάς το στο σημείο επαφής τους ή ξύνω κάτι μετακινώντας με πίεση άλλο σώμα πάνω σε αυτό (α. «τρίψε καλά τα μάρμαρα» β. «τρίβω το ξύλο με το γυαλόχαρτο» γ. «τρίβω τα μαχαιροπήρουνα» δ. «τὸν… …   Dictionary of Greek

  • υαλόδισκος — ο, Ν λευκός δίσκος από γυαλόχαρτο που χρησιμοποιείται στην οδοντιατρική. [ΕΤΥΜΟΛ. < ύαλος + δίσκος] …   Dictionary of Greek

  • υαλόχαρτο — το, Ν το γυαλόχαρτο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ύαλος + χαρτί. Η λ., στον λόγιο τ. ὑαλόχαρτον, μαρτυρείται από το 1898 στην εφημερίδα Άστυ] …   Dictionary of Greek

  • σπίρτα — Λεπτά μακρόστενα κομμάτια ξύλου ή σκληρού χαρτιού, με κεφαλή από εύφλεκτη χημική ουσία στο ένα άκρο τους, που προκαλεί εύκολα φλόγα με την τριβή. Το πρώτο σπίρτο στο σημερινό του σχήμα επινοήθηκε το 1817 από τον Άγγλο φαρμακοποιό Τζον Ουόκερ. Για …   Dictionary of Greek